Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

''Η Εκπαίδευση αναζητά ταυτότητα...''

* του  Γιώργου Μακράκη - Νέου Εκπαιδευτικού

Η Εκπαίδευση σε κάθε σύγχρονη κοινωνία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τομείς για την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Το μορφωτικό κεφάλαιο, η κουλτούρα, η στάση ζωής, η ανάπτυξη και η ευημερία μιας χώρας καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο ποιοτική Εκπαίδευση παρέχει στους πολίτες της. Είναι ένα δημόσιο και κοινωνικό αγαθό γι' αυτό και κάθε Πολιτεία αναλαμβάνει την οργάνωση, την λειτουργία και την αποτελεσματικότητά της.

Στη χώρα μας, δυστυχώς εδώ και πολλά χρόνια δεν είχε διαμορφωθεί ένα συγκεκριμένο πλαίσιο στόχων για το ''τι Παιδεία θέλουμε''. Δεν ακολουθήθηκε μια ενιαία θεσμική μεταρρυθμιστική πολιτική σε όλες τις βαθμίδες της Εκπαίδευσης παρά μόνο αποσπασματικές ρυθμίσεις, οι οποίες φυσικό επακόλουθο ήταν να μη λύνουν προβλήματα αλλά να τα διογκώνουν.
Οι εκάστοτε κυβερνήσεις που ήταν και υπεύθυνες για την χάραξη πολιτικής σ΄ αυτόν τον ευαίσθητο τομέα δεν έδωσαν ποτέ τα απαραίτητα χρήματα από τον κρατικό προϋπολογισμό για την εξέλιξη και αναβάθμιση της Παιδείας. Δεν δημιούργησαν ποτέ ένα μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και όραμα για την Εκπαίδευση. Δεν την αντιλήφθηκαν ποτέ ως πεδίο ολόπλευρης ανάπτυξης τόσο του κάθε πολίτη ξεχωριστά όσο και της ίδια της χώρας.
 Αντίθετα, παρέμειναν εγκλωβισμένοι σε κομματικές πρακτικές, όπως το συνηθισμένο ελληνικό φαινόμενο όποια κυβέρνηση εκλέγεται να κάνει αλλαγές απλά για να δείξει τη διαφορετικότητά της από την προηγούμενη .Με λίγα λόγια, μεταρρυθμίσεις για την μικροπολιτική σκοπιμότητα και όχι για την Εκπαίδευση. Αντιμετώπισαν την Παιδεία όχι από τη σωστή της δομική βάση, δηλαδή "από κάτω προς τα πάνω'' αλλά αντίστροφα. Ολοφάνερο παράδειγμα οι συνεχείς αλλαγές στις εισαγωγικές εξετάσεις για τα Πανεπιστήμια λες και από 'κει ξεκινούσε το πρόβλημα.
Βέβαια, πρέπει να παραδεχτούμε ότι η ευθύνη δεν ανήκει αποκλειστικά στα πολιτικά κόμματα διότι ορισμένες φορές και οι συνδικαλιστικές ηγεσίες δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων και ακολούθησαν λαθεμένες επιλογές. Αλλά και 'μεις πολλές φορές, ως πολίτες, υποβαθμίσαμε ή απαξιώσαμε τις δυνατότητες του δημόσιου σχολείου και πανεπιστημίου.
Όλα τα παραπάνω και αρκετά ακόμη οδήγησαν την ελληνική Εκπαίδευση χωρίς σαφή προσανατολισμό, χωρίς ταυτότητα.

Ήρθε όμως η στιγμή να εισέλθουμε στο παρόν. Το τελευταίο διάστημα με την αλλαγή της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας είχαμε βασικές μεταρρυθμίσεις στο χώρο της Εκπαίδευσης και κυρίως στην πρώτη βαθμίδα.
Οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι ίσως για πρώτη φορά η Εκπαίδευση στην Ελλάδα προσεγγίζεται ενιαία και όποιες αλλαγές γίνονται, πραγματοποιούνται με βασικό γνώμονα την σύνδεση των βαθμίδων της Εκπαίδευσης.
Συγκεκριμένα, βασικές μεταρρυθμίσεις είναι:
  • Το Νέο Σχολείο που οριοθετεί ένα σχολείο ανοικτό, σύγχρονο, ψηφιακό το οποίο θα παρέχει κρατική πιστοποίηση στην αγγλική γλώσσα και στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Ένα σχολείο που θα δίνει έμφαση στη Γλώσσα, τα Μαθηματικά, την Λογοτεχνία και στον Πολιτισμό.
  • Καθιερώνεται ως μοναδικός τρόπος μονιμοποίησης των εκπαιδευτικών ο ΑΣΕΠ. Από την στιγμή που όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι θα διορίζονται μέσω του ΑΣΕΠ εύλογα μπορεί να πει κανείς πως το ίδιο πρέπει να ισχύσει και για του εκπαιδευτικούς. Εδώ όμως τίθενται δύο ερωτήματα: Γιατί να αλλάξει το υπάρχον σύστημα (ΑΣΕΠ-Πίνακας προϋπηρεσίας) καθώς λειτουργούσε χωρίς προβλήματα αδιαφάνειας και διαβλητότητας; Γιατί, αφού αποφασίστηκε αυτή η αλλαγή, δεν έδωσε μεγαλύτερο χρονικό μεταβατικό στάδιο στους αδιόριστους εκπαιδευτικούς που είχαν διαφορετικό προγραμματισμό σύμφωνα με το απερχόμενο σύστημα πρόσληψης;
  • Η αναβάθμιση του ολοήμερου σχολείου με την εφαρμογή ενός νέου προγράμματος με απώτερο στόχο ''η τσάντα να μένει στο σχολείο''. Ήδη από τη νέα σχολική χρονιά θα λειτουργήσουν 800 πιλοτικά ολοήμερα σχολεία και από την μεθεπόμενη υποχρεωτικά σε όλες τις σχολικές μονάδες. Και εδώ ωστόσο προκύπτει το ερώτημα: Πώς μπορεί να εφαρμοστεί, σίγουρα ένα αναδιαμορφωμένο και καινοτόμο πρόγραμμα χωρίς τις απαραίτητες υλικοτεχνικές υποδομές (ευρύχωρες τάξεις, αίθουσες υπολογιστών κλπ ) και χωρίς εκπαιδευτικό προσωπικό;
  • Η αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας είναι ένα ζήτημα που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Καταρχάς να ξεκαθαρίσουμε ότι η εκπαιδευτική κοινότητα δεν φοβάται την αξιολόγηση αντίθετα την επιθυμεί. Μια αξιολόγηση, όμως, για να υλοποιηθεί ορθά και να αξιοποιήσουμε τα θετικά της στοιχεία πρέπει τα σχολεία να έχουν ίσες ευκαιρίες και επαρκώς εξοπλισμένα. Επιπλέον, η αξιολόγηση να μη στοχεύει στην κατηγοριοποίηση και σύγκριση των σχολικών μονάδων αλλά να εντοπίζονται οι αδυναμίες και εν συνεχεία να βελτιώνονται με τις απαραίτητες παρεμβάσεις. Μια αξιολόγηση, λοιπόν, ποιοτική και όχι ποσοτική. Συνεπώς, πώς είναι δυνατό να εφαρμοστεί η αξιολόγηση χωρίς τις απαραίτητες υποδομές και δίχως να έχει αποσαφηνιστεί με ακρίβεια ο σκοπός και οι επιμέρους στόχοι της;
  • Η θεσμοθέτηση του ''Μέντορα" έχει , δικαιολογημένα, προκαλέσει αντιδράσεις. Ο μέντορας, που θα είναι εκπαιδευτικός με μεγάλη διδακτική εμπειρία και συνήθως θα βρίσκεται στο σχολείο που υπηρετεί και ο δόκιμος εκπαιδευτικός, αναλαμβάνει να τον καθοδηγεί και στο τέλος της διετούς δοκιμής θα αξιολογείται από μια επιτροπή, χωρίς ωστόσο να έχει διευκρινιστεί από ποιους θα αποτελείται και ποιοι θα τους διαλέγουν. Αυτή η ρύθμιση, πέρα από την προχειρότητά της, κινείται και σε λάθος κατεύθυνση. Ο νέος εκπαιδευτικός δεν χρειάζεται ''μέντορες'' αλλά ουσιαστική επιμόρφωση και υποστήριξη.
Πέρα από τις παραπάνω ρυθμίσεις έχει ανακοινωθεί η μείωση της ύλης, στα θετικά μαθήματα, από την Πέμπτη Δημοτικού έως την Πρώτη Λυκείου, γεγονός που ανακουφίζει εκπαιδευτικούς και μαθητές καθώς τα τελευταία χρόνια υπήρχε υπερφόρτωση και τεράστια ύλη στα σχολικά βιβλία.

Επίσης, στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση έχουν τεθεί σημαντικοί στόχοι όπως, το ολοήμερο γυμνάσιο και η επανεξέταση του θεσμού των Πανελλαδικών εξετάσεων στο Λύκειο. Επιπλέον, επίκεινται αλλαγές και στο πλαίσιο λειτουργίας των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων.
Στο σημείο αυτό, όμως, πρέπει να επισημάνουμε ότι οι αλλαγές αυτές πραγματοποιούνται μέσα σ' ένα δυσοίωνο οικονομικό περιβάλλον για τη χώρα μας.
Η μεταρρύθμιση στην Παιδεία απαιτεί επαρκείς υλικοτεχνικές υποδομές , πρόσληψη εκπαιδευτικών ,άρα και σημαντική χρηματοδότηση.
Αντί αυτού βλέπουμε ότι στις τάξεις αυξάνεται το όριο μαθητών στους τριάντα, συγχωνεύονται αρκετά τμήματα και σχολεία, μειώνεται η πρόσληψη μόνιμων εκπαιδευτικών και αναπληρωτών, ενώ παράλληλα πολλές από τις θεσμικές αλλαγές που αφορούν τους εκπαιδευτικούς είναι άστοχες και καλλιεργούν την αβεβαιότητα.
Εύλογα, λοιπόν, κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί: Πώς θα γίνουν πράξη σημαντικές μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις που κοστίζουν χωρίς χρήματα , μείωση των προσλήψεων και με τους εκπαιδευτικούς θιγμένους από τις θεσμικές ανατροπές που τους αφορούν;
Η Εκπαίδευση στη χώρα μας τελικά θα βρει το βηματισμό της ή θα συνεχίσει να αναζητά την ταυτότητά της και για τα τα επόμενα χρόνια;
Ας ελπίσουμε, επιτέλους, η Εκπαίδευση να αποτελέσει μια σοβαρή εθνική επένδυση με σαφείς βραχυπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους. Να κατανοήσουμε πως η Δημόσια Ποιοτική Εκπαίδευση είναι πρωταρχική προϋπόθεση για την βιώσιμη ανάπτυξη.
Επομένως, η επόμενη περίοδος για την Παιδεία είναι αρκετά κρίσιμη και όσοι φορείς εμπλέκονται μ' αυτήν οφείλουν να δείξουν υπευθυνότητα , σύνεση, ρεαλισμό και όραμα.


"Η εκπαίδευση είναι πράξη αγάπης και γι' αυτό είναι πράξη κουράγιου.
Δεν φοβάται την ανάλυση της πραγματικότητας, ούτε αποφεύγει τη
δημιουργική συζήτηση ακόμα και με τον κίνδυνο αυτοαποκαλυφθεί ως παρωδία." (Paulo Freire)
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πρότεινε...